αἰνοπαθής

αἰνο-πᾰθής, ές,
A suffering dire ills, Od.18.201, A.R.4.1078, AP7.167 (Diosc. or Hecat.);

πατρίς Anacr.36

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αινοπαθής — αἰνοπαθής, ὲς (Α) αυτός που υποφέρει φρικτά, που δεινοπαθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + παθὴς < ἔπαθον, πάσχω] …   Dictionary of Greek

  • αἰνοπαθής — suffering dire ills masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοπαθῆ — αἰνοπαθής suffering dire ills neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αἰνοπαθής suffering dire ills masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αἰνοπαθής suffering dire ills masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοπαθεῖς — αἰνοπαθής suffering dire ills masc/fem acc pl αἰνοπαθής suffering dire ills masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοπαθές — αἰνοπαθής suffering dire ills masc/fem voc sg αἰνοπαθής suffering dire ills neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοπαθοῦς — αἰνοπαθής suffering dire ills masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αινός — I Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Αρχαία πόλη της Θράκης (την αναφέρει ο Όμηρος) στις εκβολές του Έβρου, στην τουρκική σήμερα όχθη του. Φαίνεται πως πριν ακόμα από τη μυκηναϊκή εποχή είχε αποικιστεί από Αιολείς της κυρίως Ελλάδας και των νησιών. Τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.